Copyright © - Kastanaras A. Dimitris
Η αναπαραγωγή, δημοσίευση, τροποποίηση, μετάδοση ή εκμετάλλευση των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται στο παρόν για οποιαδήποτε χρήση, προσωπική ή εμπορική, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια μου απαγορεύεται αυστηρά βάση του νόμου 2121/93.

Παρακαλώ μην χρησιμοποιείτε τις φωτογραφίες μου χωρίς άδεια.


Copyright © – Kastanaras A. Dimitris

The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited. All rights reserved. Law 2121/93.

Please do not use my photos without permission







Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Ρωμαϊκή Αγορά Θεσσαλονίκης - μνημείο ανεκτίμητης αξίας

 

Κύριο σημείο αναφοράς στην πόλη της Θεσσαλονίκης υπήρξε ο χώρος της Αρχαίας Αγοράς και στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή εποχή. Ιδιαίτερα στα χρόνια των Ρωμαίων ο χώρος της Αγοράς αποτελούσε το κοινωνικό και θρησκευτικό κέντρο όλης της πόλης και το χώρο όπου υπήρχαν τα πιο επιβλητικά και μεγαλοπρεπή δημόσια κτίρια.

Οι Ρωμαίοι διατήρησαν και χρησιμοποίησαν πολλά στοιχεία από την ελληνική αρχιτεκτονική και πολεοδομία. Όμως τα έργα τους διακρίνονταν και για την "ορθογωνισμένη" ετρουσκική αντίληψη οργάνωσης των χώρων, που δίνει αρχιτεκτονικές λύσεις στα ρωμαϊκά κτίρια με πολυσύνθετη λειτουργική ποικιλία.
Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή και ιδιαίτερα στους όψιμους αυτοκρατορικούς χρόνους, κυριαρχούν στη Θεσσαλονίκη, όπως άλλωστε και σε κάθε ρωμαϊκή επαρχία, πάγια λειτουργικά και μορφολογικά κτιριακά στοιχεία, παρμένα από το πρότυπο της Ρώμης.




Η χρονική περίοδος μέσα στην οποία κτίστηκε η Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης υποστηρίζεται πως είναι το 42 π.Χ.-138 μ.Χ. Στα χρόνια αυτά κτίστηκαν πολλές Αγορές στις διάφορες Ρωμαϊκές επαρχίες, σχεδόν πανομοιότυπα.
Η Αρχαία Αγορά αποτελούσε το κοινωνικό, οικονομικό, διοικητικό, πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ήταν συνδεδεμένο με τους δυο κύριους οδικούς άξονες της πόλης. Είχαν κατεύθυνση από την ανατολή προς τη δύση και από τον βορά προς τον νότο στα πρότυπα της ρυμοτομίας των υπόλοιπων Ρωμαϊκών πόλεων.

Ήταν ένας ενιαίος χώρος έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων ο οποίος φιλοξενούσε κτίρια, που εξυπηρετούσαν διάφορες λειτουργίες στη δημόσια ζωή της πόλης και άρχισε να κατασκευάζεται στο τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ στη θέση Ελληνιστικής Αγοράς.

Τα ευρήματα της Αρχαίας Αγοράς έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη το 1966 κατά τις προσπάθειες θεμελίωσης του δικαστικού μεγάρου της Θεσσαλονίκης. Παρά τη μεγάλη αξία των ευρημάτων έγινε προσπάθεια να αγνοηθούν και να κατασκευαστεί το Δικαστικό Μέγαρο. Ωστόσο, στις 31 Μαρτίου 1966, ο έφορος αρχαιοτήτων Φώτης Πέτσας, παρά τις απειλές που δέχθηκε, αναστήλωσε τον μοναδικό κίονα που βρέθηκε.
Αυτή η γενναία στάση του, εντυπωσίασε τον κόσμο και τις Αρχές, άφησαν την αδιάλλακτη στάση τους και αποφάσισαν να μην κτιστούν τα Δικαστήρια σε αυτόν τον χώρο.
Το 1969, ο χώρος κηρύχθηκε Αρχαιολογικός και σώθηκε η Ρωμαϊκή Αγορά Θεσσαλονίκης.



Tα τμήματα της Αρχαία Αγορά που έχουν αποκαλυφθεί περιλαμβάνουν μια ορθογώνια μαρμαροστρωμένη πλατεία μήκους 145 μ. και πλάτους 90 μ. με μεγάλες κιονοστοιχίες, ωδείο με κερκίδες και σκηνή, ένα χώρο θεαμάτων, λουτρό και μεγάλες στοές από τις οποίες η καλύτερα σωζόμενη είναι η «κρυπτή στοά».

Στη Ρωμαϊκή περίοδο αποτελούνταν από δυο πλατείες: στην πρώτη, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να «χαρτογραφήσει» την Κρυπτή Στοά, το Μουσείο της Ρωμαϊκής Αγοράς και το Ωδείο, ενώ η δεύτερη, που λειτουργούσε ως ανοικτή πλατεία τα Βυζαντινά χρόνια δεν έχει ερευνηθεί.



Επιμέλεια - Φωτογραφία : Δημήτρης Καστανάρας

Πατριαρχική Μονή Βλατάδων - Η κληρονομιά του Βυζαντίου

Κοντά στα τείχη της Ακρόπολης στην Άνω Πόλη, σε ένα σημείο με υπέροχη θέα προς τον Θερμαϊκό κόλπο, βρίσκεται η πατριαρχική και σταυροπηγιακή μονή Βλατάδων, το μοναδικό εν λειτουργία βυζαντινό μοναστήρι εντός Θεσσαλονίκης, με ακμάζουσα μοναστική κοινότητα.
Η μονή Βλατάδων, που συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, φιλοξενεί από το 1968 το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, το οποίο αποτελεί θεολογικό – επιστημονικό Ίδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.



Η μονή, αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (αρχικά είχε αφιερωθεί στον Χριστό Παντοκράτορα), ιδρύθηκε από τους αδελφούς Βλατάδες, τον Δωρόθεο και τον Μάρκο Βλατ(τ)ή.
Ο Δωρόθεος Βλατ(τ)ής υπήρξε μαθητής και φίλος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ηγέτη του Ησυχαστικού κινήματος του 14ου αιώνα, κα διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1371-1379.
Από τη βυζαντινή μονή σώζεται μόνο το καθολικό, ενώ τα υπόλοιπα κτίρια είναι σύγχρονα και ανήκουν στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών.
Το υφιστάμενο κτίσμα του καθολικού ανάγεται στο 14ο αιώνα, ενώ είναι βέβαιη η ύπαρξη και παλαιότερης φάσης, η οποία αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο παλαιολόγειος ναός (υπολείμματα αρχιτεκτονικών μελών φανερώνουν ότι ο χώρος της μονής ήταν τόπος λατρείας προ της ιδρύσεώς της από τους αδελφούς Βλατάδες).


Επί Τουρκοκρατίας η μονή Βλατάδων άκμασε, απέλαυε δε προνομίων που επικυρώθηκαν με φιρμάνι του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ το 1446.
Υπήρξε, μάλιστα, το μοναδικό ανδρώο μοναστήρι στη Θεσσαλονίκη που δεν έγινε τζαμί.
Την περίοδο εκείνη η μονή Βλατάδων ήταν γνωστή ως Τσαούς Μαναστίρ, ονομασία που πιθανώς σχετίζεται με τον επικεφαλής τσαούση της τουρκικής φρουράς (η μονή προστατευόταν από φρουρά, επειδή οι μοναχοί είχαν βοηθήσει το σουλτάνο Μουράτ Β’ να καταλάβει την πόλη).
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η τουρκική ονομασία της μονής οφείλεται στον Τσαούς μπέη, αξιωματούχο του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος, ως διοικητής της Θεσσαλονίκης, επισκεύασε το 1431 τον κοντινό πύργο της εισόδου του Επταπυργίου.

 

Από αρχιτεκτονικής απόψεως, το καθολικό της μονής Βλατάδων ανήκει σε μια σπάνια παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού (σύνθετος εγγεγραμμένος ναός με περίστωο, χαρακτηριστικός της λεγόμενης Σχολής της Θεσσαλονίκης), καθώς ο τρούλος δε στηρίζεται σε κίονες, αλλά σε δύο πεσσούς δυτικά και στους τοίχους του ιερού ανατολικά.
Κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα πραγματοποιήθηκαν στο ναό μετασκευές και προσθήκες, που αλλοίωσαν την αρχική μορφή του.
Οι τοιχογραφίες του καθολικού της μονής Βλατάδων, θαυμάσια δείγματα παλαιολόγειας ζωγραφικής, χρονολογούνται μεταξύ των ετών 1360-1380.
Στην εν λόγω χρονολόγηση οδηγεί και η απεικόνιση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος εκοιμήθη το 1359.
Πρόκειται για την παλαιότερη απεικόνιση του αγίου, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά το θάνατό του.
Στον τρούλο εικονίζεται ο Παντοκράτορας, ενώ σε άλλα σημεία του ναού σώζονται τοιχογραφίες με σκηνές του Δωδεκαόρτου, μορφές ασκητών, μοναχών και στρατιωτικών αγίων, η Βάπτιση και αποσπασματικά τα θαύματα του Ιησού.

 

Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρονολογείται πιθανώς στο 17ο αιώνα.
Μοναδικά κειμήλια φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιο της μονής Βλατάδων (μεταξύ αυτών, γλυπτά, ιερά σκεύη, χειρόγραφα και φορητές εικόνες που χρονολογούνται από το 12ο έως το 19ο αιώνα).




Φωτογραφία : Δημήτρης Καστανάρας

Πηγή: Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟ ( ΓΕΝΤΙ ΚΟΥΛΕ )




Η βόλτα στην Άνω Πόλη για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη θέλει μια στάση στο Φρούριο του Επταπυργίου, γνωστό και ως Γεντί Κουλέ (Yedi Kule = Επτά Πύργοι).Ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίσματα της πόλης της Θεσσαλονίκης. Το Επταπύργιο βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της Άνω Πόλης, στο Βορειοδυτικό τμήμα των Βυζαντινών τειχών.
Κτισμένο από τους Βυζαντινούς κατά την Παλαιολόγεια περίοδο της αυτοκρατορίας (14ος μΧ αιώνας) βρίσκεται πάνω σε αρχαιότερη κατασκευή, πιθανότατα του 9ου μΧ αιώνα. Χρησίμευε για την στρατοπέδευση της φρουράς της πόλης και την ασφαλή καταφυγή του πληθυσμού σε περιπτώσεις επίθεσης και επιδρομών.



Έχοντας καθαρά οχυρωματικό χαρακτήρα, το κυρίως κτίριο επιβλέπει την Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης η οποία και προστατεύονταν από ισχυρά τείχη και αμυντικούς πύργους σε διάφορα σημεία της.
Από τους εφτά πύργους του φρουρίου ο μεσαίος της εισόδου είναι έργο των Τούρκων, του 1431. Χτίστηκε αμέσως μετά την άλωση της πόλης (1430) από κάποιον Τσαούς μπέη. Αυτή η τελευταία προσθήκη είναι ο πύργος του Γεντί Κουλέ, ο οποίος έδωσε το όνομά του σε όλο το φρουριακό συγκρότημα.
Μεγάλες Πύλες (Πορτάρες) οι οποίες υπάρχουν και σήμερα οδηγούσαν στο εσωτερικό της Ακρόπολης ενώ ο Πύργος του Τριγώνου αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα και πιο επιφανή σημεία των τειχών. Η θέση του ήταν εκεί ακριβώς όπου η Ακρόπολη συναντούσε τα τείχη, τα οποία και συνέχιζαν ως την θάλασσα.
Μαζί με το φρούριο του Βαρδαρίου στα Δυτικά, το Τόπ Χανέ (Top hane) και τον Λευκό Πύργο, το Γεντί Κουλέ υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα φρούρια που ήταν υπεύθυνα για την άμυνα της πόλης.



Η τοποθεσία του Επταπυργίου υπήρξε ιδανική για ένα έργο τέτοιας φύσεως κάτι που οφείλεται στο υψόμετρο, την θέα που προσφέρει αλλά και την κλίση του εδάφους. Όλα αυτά συνετέλεσαν στο να θεωρείται στρατηγικού χαρακτήρα και εξαιρετικά πολύτιμη, πράγμα που έγινε αντιληπτό από πολύ νωρίς!
Καθαυτό τον τρόπο είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι οι πρώτες εργασίες που αποσκοπούσαν στην οχύρωση του συγκεκριμένου σημείου έλαβαν μέρος αμέσως μετά την ίδρυση της ίδιας της Θεσσαλονίκης πολλούς αιώνες νωρίτερα. Ακόμα και μετά την άλωση της πόλης το 1430 μΧ οι Οθωμανοί συνέχισαν να βελτιώνουν τα χαρακτηριστικά του με επιπλέον προσθήκες και τροποποιήσεις.



Η σημερινή του διαμόρφωση περιλαμβάνει το Βυζαντινό φρούριο με τους πύργους του καθώς και τα νεότερα κτίρια που δημιουργήθηκαν ως προσθήκες, κυρίως κατά την περίοδο της χρησιμοποίησης του ως φυλακές. Η λειτουργία τους ξεκίνησε το 1890 ενώ η κατασκευή τους προκάλεσε σημαντικές αλλοιώσεις στην αρχιτεκτονική του μνημείου.

Αναφέρεται ενδεικτικά, ότι την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά χρησιμοποιήθηκε και ως χώρος κράτησης πολιτικών κρατουμένων, κάτι που στιγμάτισε με τα πιο μελανά χρώματα την ελληνική ιστορία.



Μόλις το 1989 οι φυλακές μεταφέρθηκαν και το κτίριο ήρθε στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού έχοντας δεχθεί επισκευές και μερικές αναστηλώσεις. Σήμερα στους χώρους του φιλοξενούνται συχνά εκδηλώσεις, και διάφορα δρώμενα, ενώ υπάρχουν σχέδια για γενικότερη ανάπλαση.


Επιμέλεια - Φωτογραφία : Δημήτρης Καστανάρας

ΡΟΤΟΝΤΑ - ΤΟ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ




Η Ροτόντα είναι χαρακτηρισμένο από το 1988 ως Μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και είναι ίσως το μοναδικό μνημείο στον κόσμο που υπήρξε στην πορεία των αιώνων ναός των τριών μεγάλων θρησκειών, του αρχαίου Δωδεκάθεου, του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού!

Ανήκει στα περίκεντρα οικοδομήματα, στο κυκλικό της σχήμα άλλωστε οφείλει και την ονομασία της. Κτίστηκε στα χρόνια του καίσαρα Γαλερίου, γύρω στα 306 μ.Χ., ως ναός του Δία ή του Κάβειρου ή κατ΄ άλλους ως Μαυσωλείο του ιδίου. Στον άξονά της κατέληγε πομπική οδός που συνέδεε τη θριαμβική αψίδα του Γαλερίου με το ανακτορικό συγκρότημα, που έχει ανασκαφεί νοτίως της Εγνατίας οδού.
Το κτήριο, διαμέτρου 24,50μ καλύπτει ισοδιάστατος θόλος από οπτόπλινθους, που φθάνει σε ύψος τα 29,80μ.. Ο κυλινδρικός τοίχος, πάχους 6,30μ., διασπάται εσωτερικά σε οκτώ ορθογώνιες κόγχες, από τις οποίες η νότια αποτελούσε την κύρια είσοδο.


Η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο πιθανότατα στους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους, συντελέστηκε στη διάρκεια των παλαιοχριστιανικών χρόνων, πιθανών το 400μΧ. Την ίδια περίοδο διανοίχθηκε και διευρύνθηκε η ανατολική κόγχη και κατασκευάστηκε το ιερό βήμα, ένας ορθογώνιος χώρος με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά.

 

Γύρω από το κτήριο προστέθηκε κλειστή στεγασμένη στοά (πλάτους 8μ.) που επικοινωνούσε με τον κεντρικό χώρο μέσω επτά κογχών που διανοίχθηκαν στον αρχικό πυρήνα. Στη δυτική κόγχη διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα και προστέθηκε πρόπυλο με δύο παρεκκλήσια, ένα κυκλικό ανατολικά και ένα οκταγωνικό δυτικά. Καμία από τις παραπάνω προσθήκες, με εξαίρεση τη διαμόρφωση της ανατολικής κόγχης, δεν σώζεται σήμερα.



Το ασυνήθιστα μεγάλο πάχος των κυρίως τοίχων του κτιρίου μας αποκαλύπτει και έναν από τους λόγους για τους οποίους η Ροτόντα κατάφερε να αντέξει μια σειρά από έντονους και καταστροφικούς σεισμούς στην διάρκεια των αιώνων. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε Χριστιανικός ναός για περισσότερα από 1200 χρόνια, μετατράπηκε σε τζαμί το 1590 μΧ κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας από τον Σεΐχη Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη.


Σήμερα η Ροτόντα λειτουργεί ως Μουσείο με μεγάλη επισκεψιμότητα, ιδίως τώρα μετά τη λαμπρή αποκατάσταση του μνημείου.



Επιμέλεια - Φωτογραφία : Δημήτρης Καστανάρας
















 

Αψίδα Γαλερίου (Καμάρα)



Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι η Αψίδα του Γαλερίου, που βρίσκεται στην πάνω πλευρά της Εγνατίας οδού.
Πρόκειται στην αρχική του μορφή για ένα οκτάπυλο με 4 κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς, 4 δευτερεύοντες στα πλάγια, ισάριθμα τόξα και χαμηλό σφαιροειδή θόλο. Σήμερα σώζονται δύο κύριοι πεσσοί και ένας δευτερεύων, που συνδέονται με πλίνθινο τόξο.
Η αψίδα είναι ένα λαμπρό μνημείο, του οποίου ο προορισμός δεν ήταν πρακτικός αλλά αναμνηστικός και κατασκευάστηκε λίγο πριν το 305 μ.Χ. για να τιμηθεί ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Γαλέριος, ύστερα από την οριστική νίκη του κατά των Περσών.


Η θριαμβική αψίδα του Γαλερίου ήταν τοποθετημένη κάθετα στην αρχαία Εγνατία, που διέσχιζε την πόλη (δυτικά προς ανατολικά) αποτελώντας μέρος του συγκροτήματος των Ρωμαϊκών Ανάκτορων του Γαλερίου (η ανάπτυξη του συγκροτήματος ήταν στις σημερινές πλατείες Ναυαρίνου και Ιπποδρομίου).Η διάταξη της αψίδας ήταν τέτοια ώστε να περνούν κάτω απ’ αυτήν και να διασταυρώνονται ακριβώς στο κέντρο της οι δύο μεγάλες οδικές αρτηρίες, η σημερινή Εγνατία και η οδός που ξεκινούσε από την αψίδα και κατέληγε στη νότια πύλη της Ροτόντας.


Η τέχνη των ανάγλυφων της Καμάρας είναι αφηγηματική και συγχρόνως διακοσμητική. Το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι το πλήθος των παραστάσεων και των μορφών. Για τη διακοσμητική επιδίωξη συχνά παραβλέπονται οι φυσικές αναλογίες (ελέφαντες έχουν το ίδιο ύψος με τα άλογα ή τα άλογα να είναι μικρότερα από τους ανθρώπους). Γενικά η τέχνη των αναγλύφων αποβλέπει περισσότερο στις οπτικές αξίες παρά στις πλαστικές. Ωστόσο τα ανάγλυφα της Καμάρας αποπνέουν ακόμη μια ελληνιστική χάρη. Οι τεχνίτες των αναγλύφων πρέπει να ήταν Έλληνες. Τούτο φαίνεται και από τις ελληνικές επιγραφές, που είναι χαραγμένες ανάμεσα σε παραστάσεις των αναγλύφων: Ποταμός Τίγρις, Οικουμένη κλπ. Στις 14 ζώνες του βόρειου πεσσού εικονίζονται μάχες και η πορεία του Γαλέριου με το στρατό του προς τη χώρα των Περσών. Αντίθετα οι 14 ζώνες του νότιου πεσσού προπαγανδίζουν τη στρατιωτική δύναμη του Γαλέριου και την πολιτική ισχύ και ενότητα της Τετραρχίας, ως ένα σύστημα που μπορεί να διοικήσει τον κόσμο.

Σήμερα είναι γνωστή με το όνομα “Καμάρα” και αποτελεί τον πιο δημοφιλή τόπο συνάντησης των Θεσσαλονικιών και κυρίως των φοιτητών, αφού βρίσκεται δίπλα στην πανεπιστημιούπολη. 




Επιμέλεια - φωτογραφία : Δημήτρης Καστανάρας

  





 



Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ξενάγηση στην Κρύπτη του Αγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης

 

Επί της Αγ. Δημήτριου στα αριστερά μας θα δούμε τον επιβλητικό ναό του προστάτη της όμορφης Θεσσαλονίκης τον ναό του Αγ. Δημητρίου.

Οι περισσότεροι έχουμε περάσει αρκετές φορές έξω από τον ναό αλλά πόσοι ξέρουν για την κρύπτη που υπάρχει στο εσωτερικό του;

Πάμε λοιπόν να την δούμε μαζί και να μάθουμε κάποια ιστορικά για αυτή την κρύπτη.

Η είσοδος της κρύπτης βρίσκεται δίπλα από τον δεξιό πεσσό του ιερού βήματος του ναού του Αγίου Δημητρίου και οδηγεί στο χώρο εκείνο που σύμφωνα με την παράδοση φυλακίσθηκε, μαρτύρησε και τάφηκε ο Άγιος Δημήτριος. Πρόκειται για το ανατολικό τμήμα του μεγάλου ρωμαϊκού λουτρού που βρισκόταν κοντά στην αγορά και το στάδιο για την εξυπηρέτηση των αθλητών.

Η Κρύπτη του Ναού του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται στο σύμπλεγμα στοών και διαδρόμων, οι οποίοι υποβαστάζονται από ισχυρούς στύλους κάτω από το Ιερό Βήμα και αποτελούσε το ανατολικό τμήμα του Ρωμαϊκού λουτρού. Στη ρωμαϊκή περίοδο ο χώρος ήταν ισόγειο και το λουτρό στο σημείο αυτό διώροφο, λόγω της κλίσης του εδάφους. Στην τελευταία ρωμαϊκή φάση το κτίσμα είχε στο κέντρο κρήνη με πέντε κόγχες, που πλαισιώνονταν από στοές.

Τον 5ο αι. μετά την ίδρυση του πρώτου μεγάλου Ναού το ισόγειο διαμέρισμα των λουτρών ενσωματώνεται στον ήδη υπάρχοντα χώρο ως χώρος του Μαρτυρίου και Κρύπτη. Αρχικά στην Κρύπτη οι πιστοί τιμούσαν τον Άγιο μέσο του αγιάσματος, που ελάμβαναν από την κρήνη στην οποία έρρεε από πηγάδι που σώζεται μέχρι και σήμερα βόρεια του Ιερού.

 


Μετά τον 10ο αι. η κρήνη συνδέεται με το Μύρο που συνέλεγαν οι πιστοί από τις δεξαμενές της με διάφορα αγγεία, πήλινα, γυάλινα ή μεταλλικά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα «κουτρούβια», μολύβδινα μικρά δοχεία στο σχήμα παλαιοχριστιανικών ευλογιών. Το Μύρο το φύλαγαν και σε περίοπτα φυλακτά ή κιβωτίδια από πολύτιμα μέταλλα, που επέτρεπαν τη μεταφορά του σε μακρινές χώρες. Η εξάπλωση που είχαν τα αντικείμενα αυτά στον χριστιανικό κόσμο υπήρξε μεγάλη, γεγονός που φανερώνει τη διάδοση της τιμής του Αγίου.

Στον χώρο της Κρύπτης υπάρχει και Παρεκκλήσιο με διάτρητο άνοιγμα στην ανατολική κόγχη του. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους επικοινωνούσε με την κρήνη του αγιάσματος, αλλά και με το ιερό του Ναού. Πιθανότατα είναι και ο τόπος όπου ακριβώς μαρτύρησε ο Άγιος.

 


Στο κεντρικό μέρος της Κρύπτης, στον ημικυκλικό χώρο της αψίδας και σε μικρή απόσταση από τον ρωμαϊκό τοίχο με τις πέντε κόγχες προσετέθη διάδρομος με ημικυκλικό Κιβώριο, που φράσσεται με θωράκια με σταυρούς επάνω σε χαμηλή και ανάγλυφη βάση, η οποία έφτανε αρχικώς μέχρι των εκατέρωθεν αρχαίων τοίχων της αψίδας, αποκλείοντας έτσι ολόκληρο τον τοίχο με τις κόγχες. Η βάση αυτή στον νότιο διάδρομο διακόπτεται σε μικρή απόσταση από τον τοίχο της αψίδας. Πιθανώς υπήρχε εκεί αρχικώς πύλη, διότι στο άκρον της βάσης παρατηρείται τριγωνική λάξευση.

Το Κιβώριο αποτελεί και τον χώρο όπου έρρεε το αγίασμα και το μύρο, το οποίο εξήρχετο, όπως αναφέρεται στις ιστορικές πηγές και τους εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρα, από τις πληγές του παναγίου σώματός του. Αυτό αποδεικνύεται και από τις σωληνώσεις και τους υδαταγωγούς που διακλαδίζονται δεξιά και αριστερά στις δεξαμενές, οι οποίες διέρχονται κάτω από το ιερό του Ναού, ξεκινώντας από το φρέαρ και καταλήγοντας στη μικρή μαρμάρινη φιάλη, η βάση της οποίας φαίνεται ακόμη έμπροσθεν του Κιβωρίου. Το Κιβώριο αποτελείται από επτά κιονίσκους, που βαστάζουν υψηλομέτωπα ανάγλυφα μαρμάρινα τόξα.

 


Εκατέρωθεν της δεξαμενής του Κιβωρίου προστέθηκαν θωράκια, ώστε να δημιουργηθούν τρεις κλειστοί χώροι, όπως βρέθηκαν κατά την αποχωμάτωση της Κρύπτης. Οι ιδιαίτερες συνθήκες του χώρου δεν επέτρεπαν την προέκταση του ναού προς ανατολάς, με αποτέλεσμα ο τάφος του Αγίου να μην μπορεί να συμπέσει εντός του κυρίως Ναού, της μεγάλης βασιλικής του Λεοντίου, αλλά εντός του Ιερού Βήματος, κάτω από την Αγία Τράπεζα. Πιθανότατα για λόγους λειτουργικότητας του χώρου, για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των πιστών που ήθελαν να προσκυνούν τον τάφο του Μάρτυρος και ένεκα της αρχαίας παράδοσης της ανατολικής Εκκλησίας σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως συνέβη με τον τάφο του Αποστόλου Βαρνάβα της Κύπρου και του Αγίου Βαβύλα, ο οποίος μεταφέρθηκε από την Αντιόχεια στη Δάφνη, ο τάφος του Αγίου Δημητρίου μεταφέρθηκε στον νέο Ναό προς το κέντρο, εντός αργυράς λάρνακας, εις το αργυρούν Κιβώριο, το οποίο ευρίσκετε «πρὸς τοῖς λαοῖς πλευροῖς». Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Κρύπτη καταχώνεται και ξαναβρίσκεται μετά την πυρκαγιά του 1917, οπότε και ακολουθεί η αναστήλωση της.

 

Η κρύπτη του ναού του Αγίου Δημητρίου, μετά την ανακάλυψή της (1918), παρέμεινε αρχαιολογικός χώρος. Μετά το 1950 μερικά από τα γλυπτά που διασώθηκαν από την πυρκαγιά τοποθετήθηκαν από τον Στ. Πελεκανίδη στους χώρους που περιβάλλουν την Κρήνη, σε μία προσπάθεια διευθέτησης του χώρου. Κατά το διάστημα 1985 - 88 έγιναν ανασκαφικές εργασίες στα βόρεια διαμερίσματα της Κρύπτης, εργασίες συντήρησης και οργανώθηκε η έκθεση αρχαιοτήτων που διασώθηκαν από την πυρκαγιά ή βρέθηκαν στις ανασκαφές.

επιμέλεια – φωτογραφίες : Δημήτρης Καστανάρας
Πηγή : Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης