Copyright © - Kastanaras A. Dimitris
Η αναπαραγωγή, δημοσίευση, τροποποίηση, μετάδοση ή εκμετάλλευση των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται στο παρόν για οποιαδήποτε χρήση, προσωπική ή εμπορική, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια μου απαγορεύεται αυστηρά βάση του νόμου 2121/93.

Παρακαλώ μην χρησιμοποιείτε τις φωτογραφίες μου χωρίς άδεια.


Copyright © – Kastanaras A. Dimitris

The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited. All rights reserved. Law 2121/93.

Please do not use my photos without permission







Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Περιήγηση στον Τεκέ Ιρενί στα Ασπρόγεια Φαρσάλων

Tour of the Ireni Tekke – Asprogeia, Farsala






Ένας από τους ακμαιότερους τεκέδες των Μπεκτασήδων στον ελλαδικό χώρο, ενεργός μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, βρισκόταν στο χωριό Ασπρόγεια Φαρσάλων, μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο.

“One of the most flourishing Bektashi tekkes in Greece, active until the early 1970s, was located in the village of Asprogeia in Farsala, set within an idyllic landscape.”




"Τεκέδες" ονομάζονταν τα μοναστήρια των μωαμεθανών μυστικιστών και ήταν συχνά μεγάλα ιδρύματα στην ύπαιθρο, δομημένα και οργανωμένα μέσα σε περιβόλους, κατ' αντιστοιχία με τα χριστιανικά μοναστήρια.
Το μουσουλμανικό μοναστήρι ήταν γνωστό παλαιότερα και με την προσωνυμία "Ιρενί Τεκές", από το τουρκικό όνομα του χωριού Ασπρόγεια Φαρσάλων, που ήταν "Ιρενί" και υπήρξε ιδιαίτερα γνωστό καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του, δηλαδή από τα τέλη του 15ου αιώνα έως το 1973, οπότε και απεβίωσε ο 33ος και τελευταίος μπουμπάς ή μπαμπάς (ηγούμενος) του μοναστηριού.

''Tekkés'' was the name given to the monasteries of Muslim mystics, and they were often large rural institutions, structured and organized within enclosed compounds, in a manner comparable to Christian monasteries.
The Muslim monastery was formerly also known by the name ‘Ireni Tekke,’ from the Turkish name of the village of Asprogeia in Farsala, which was ‘Ireni,’ and it remained particularly well known throughout its entire period of operation, that is, from the late 15th century until 1973, when the 33rd and last bubas or baba (abbot) of the monastery passed away.






Όπως πολύ συχνά συνέβαινε με τους τεκέδες, ο Ιρενί τεκές χτίσθηκε επάνω στα ερείπια ενός Βυζαντινού, όπως ομολογείται, μοναστηριού του 10ου αιώνα, αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο. Τόσο η ανοικοδόμηση, όσο και η λειτουργία του οφείλουν πολλά στα πρότυπα των χριστιανικών μοναστηριών.

Ως ιδρυτής του φέρεται ο Τούρκος, φανατικός Μπεκτασί – δερβίσης, Ντουρμπαλή, που καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας και φαίνεται να φτάνει στην Ασπρόγεια περί τα 1492 / 911 έτος Εγίρας. Οι επίσημες τουρκικές αρχές της Θεσσαλίας παραχωρούν στο δερβίση Ντουρμπαλή την άδεια να ιδρύσει τεκέ στο Ιρενί, ως αναγνώριση των ανεκτίμητων στρατιωτικών υπηρεσιών, που εκείνος τους πρόσφερε στο πολεμικό πεδίο και οι οποίες συνέτειναν στην ολοκληρωτική κατάκτηση της Θεσσαλίας, την υποταγή του χριστιανικού πληθυσμού της και δυνάμει στον εξισλαμισμό του. Μέσα στους επόμενους αιώνες, ο τεκές του Ιρενί ενισχύθηκε με τα τσιφλίκια των χωριών Ιρενί (Ασπρόγεια Φαρσάλων) και Αρντουάν (Ελευθεροχώρι Μαγνησίας), μια έκταση, δηλαδή, τριάντα δύο χιλιάδων (32.000) στρεμμάτων, γεγονός που τον κατέστησε οικονομικά ισχυρό.

As very often happened with tekkes, the Ireni Tekke was built upon the ruins of a Byzantine—by all accounts—10th-century monastery dedicated to Saint George. Both its reconstruction and its operation owed much to the models of Christian monasteries.

Its founder is said to have been the Turk, a fervent Bektashi dervish named Dourbalis, who originated from Iconium in Asia Minor and appears to have arrived in Asprogeia around 1492 / 911 AH (Anno Hegirae). The official Ottoman authorities of Thessaly granted the dervish Dourbalis permission to establish a tekke in Ireni, in recognition of the invaluable military services he had rendered to them on the battlefield—services that contributed to the complete conquest of Thessaly, the subjugation of its Christian population, and potentially to its Islamization.

Over the following centuries, the Ireni Tekke was strengthened with the estates (tsiflikia) of the villages of Ireni (Asprogeia of Farsala) and Arntouan (Eleftherochori of Magnesia), an area totaling thirty-two thousand (32,000) stremmas, a fact that made it economically powerful.






Σύμφωνα με την άποψη ορισμένων μελετητών, όπως ο παλαιός αρχαιολόγος Ν. Γιαννόπουλος, ο Ντουρμπαλή Σουλτάν ήταν μυθικό πρόσωπο και ο Τεκές οφείλει το όνομά του στην παραφθορά της τουρκικής λέξης τουρμπές ή ντουλμπές, που σημαίνει "τάφος". Έτσι, λοιπόν, ονομάζονταν τα μαυσωλεία, πολλές φορές και τα τεμένη, ίσως εδώ και ολόκληρο το μοναστήρι, δηλαδή Ντουλμπαλή Τεκές = Τεκές των Τάφων ή των Ενταφιασμένων.

Η σέκτα των Μπεκτασί υπήρξε ένα από τα πολλά μυστικιστικά τάγματα που αναπτύχθηκαν μέσα στους κόλπους του Ισλάμ, το οποίο κατά την εξελικτική του διαμόρφωση ευνόησε τη δημιουργία εσωτερικών ταγμάτων και του μυστικισμού (tasavvuf). Οι μυστικιστές ήταν γνωστοί με το γενικό όρο "Δερβίσηδες" και δημιούργησαν ξεχωριστά τάγματα, το καθένα από τα οποία είχε το δικό του λατρευτικό τυπικό και τους δικούς του χώρους λατρείας.

According to the view of certain scholars, such as the early archaeologist N. Giannopoulos, Dourbalis Sultan was a mythical figure, and the Tekke owes its name to a corruption of the Turkish word türbe or dülbes, meaning ‘tomb.’ Thus, mausoleums were so called, and often mosques as well perhaps in this case the entire monastery namely, Doulbali Tekke = Tekke of the Tombs or of the Buried.

The Bektashi sect was one of the many mystical orders that developed within Islam, which, in the course of its evolution, favored the creation of inner orders and mysticism (tasavvuf). The mystics were known by the general term ‘Dervishes’ and formed distinct orders, each of which had its own ritual practices and its own places of worship.






Θεμελιωτής του Μπεκτασισμού θεωρείται ο Χατζή Μπεκτάς.
Η αίρεση των Μπεκτασήδων από δογματικής απόψεως τοποθετείται ανάμεσα στα δύο κυρίαρχα θρησκευτικά ρεύματα του Ισλάμ, τους Σουνίτες και τους Σιίτες. Στην πραγματικότητα στη μυστικιστική αυτή αίρεση συγκεράζονται στοιχεία των δύο βασικών θρησκειών που καθόρισαν τη ζωή στα Βαλκάνια της οθωμανικής περιόδου, δηλαδή το μουσουλμανισμό και το χριστιανισμό, αλλά ακόμη και το σαμανισμό, την Προ ισλαμική αρχέγονη θρησκεία των Τούρκων και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Σε αυτό το γεγονός, δηλαδή ότι στον Μπεκτασισμό εγκολπώθηκαν πολλά ετερόδοξα και ετερόκλητα στοιχεία, οφείλεται ο μεγάλος βαθμός ανεκτικότητας των πιστών του προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων.
Επί πέντε συνεχόμενους αιώνες το τάγμα των Μπεκτασί ακολουθούσε μια ανοδική πορεία με σταθερά αυξανόμενη ισχύ, στην οθωμανική κοινωνία και θρησκευτική οργάνωση. Όταν το τάγμα και το συνδεδεμένο με αυτό στρατιωτικό σώμα των Γενίτσαρων, έφθασε στον κολοφώνα της δόξας και της δύναμης του, στις αρχές του 19ου αιώνα, θεωρήθηκε από το Σουλτάνο Μαχμούτ Β' απειλητικό για το σουλτανικό καθεστώς, ο οποίος, το 1826, τα κατήργησε αμφότερα. Ο ολοκληρωτικός αφανισμός του Τάγματος των Μπεκτασί Δερβίσηδων επήλθε με το διάταγμα της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1925, που, υπό τις οδηγίες του Κεμάλ Ατατούρκ , επέβαλε την καταστροφή όλων, ανεξαιρέτως, των υφιστάμενων τεκέδων στην τουρκική επικράτεια και τη δίωξη απάντων των μυστικιστικών μοναστικών ταγμάτων, που δρούσαν σε αυτή.

Haji Bektash is considered the founder of Bektashism.
From a doctrinal point of view, the sect of the Bektashis is positioned between the two dominant religious currents of Islam, the Sunnis and the Shiites. In reality, this mystical sect blends elements of the two major religions that shaped life in the Balkans during the Ottoman period, namely Islam and Christianity, as well as shamanism, the pre-Islamic primordial religion of the Turks, and ancient Greek philosophy. This fact, that many heterodox and diverse elements were incorporated into Bektashism accounts for the high degree of tolerance shown by its followers toward different religious beliefs.

For five consecutive centuries, the Bektashi order followed an upward course with steadily increasing power within Ottoman society and religious organization. When the order, together with the military corps associated with it, the Janissaries, reached the peak of its glory and power in the early 19th century, it was regarded by Sultan Mahmud II as a threat to the sultanate. In 1826, he abolished both. The complete eradication of the Order of the Bektashi Dervishes came with the decree of the Turkish National Assembly in 1925, which, under the direction of Kemal Atatürk, imposed the destruction of all existing tekkes within Turkish territory without exception and the persecution of all mystical monastic orders operating there.






ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ο Τεκές είναι χτισμένος επάνω σε ένα μικρό εξώστη του βουνού, από τον οποίο μπορεί κανείς να κατοπτεύσει ολόκληρη τη Φαρσαλινή πεδιάδα, δίχως να γίνει αντιληπτός, στοιχείο σημαντικό για όποιον θέλει να ελέγχει την περιοχή και να οργανώνει την προστασία της, όταν εμφανίζεται κίνδυνος.
Η ασφάλεια του μοναστηριού συνδεόταν με την ύπαρξη ενός ψηλού, ισχυρού περιβόλου, ενισχυμένου με πολεμίστρες και πυργίσκους, μυστικές θυρίδες, υπόγειες διόδους και καταπακτές από τις οποίες μπορούσε εύκολα καθένας να κατεβεί στην πεδιάδα, δίχως να γίνει αντιληπτός.
Στην είσοδο του Τεκέ, προ των βασικών του οικοδομημάτων, μέσα σε μια συστάδα πλατάνων, υψώνεται λιθόκτιστη κρήνη. Ανήκει στον τύπο της μονόπλευρης ανοικτής βρύσης, που στην πρόσοψή της διαμορφώνεται εσοχή, που επιστέφεται από μεγάλο οξυκόρυφο τόξο, που βαίνει σε δύο χαμηλές παραστάδες. Φέρει απλό γείσο από πλακοειδείς λίθους. Στο κατώτερο τμήμα του τυμπάνου του τόξου ανοίγεται το στόμιο εκροής του νερού με αδρά λαξευμένη υδρορροή και υπέρ αυτής μικρό ορθογώνιο ερμάριο.
Στον κοινοβιακό περίβολο οδηγούσε μια ψηλή τοξωτή είσοδος, προστατευμένη από ένα τρίστυλο προστώο, που δεν υπάρχουν πια, παρά δυσδιάκριτα ίχνη των θεμελίων του. Η είσοδος φρασσόταν από ξύλινη, δίφυλλη θύρα, ενώ στεφανωνόταν από κόγχη με πολεμίστρες και δύο πυργίσκους δεξιά και αριστερά.
Εισερχόμενος ο επισκέπτης στο κοινόβιο βρισκόταν σε μια επιμήκη, πλακόστρωτη αυλή, που οριζόταν από σειρά οικοδομημάτων προς Α, Δ, Β.

The Tekke is built on a small mountain balcony, from which one can survey the entire Farsala plain without being detected, an important feature for anyone wishing to control the area and organize its defense when danger arose.
The security of the monastery was linked to the existence of a tall, strong enclosing wall, reinforced with battlements and turrets, secret openings, underground passages, and trapdoors through which one could easily descend to the plain without being noticed.

At the entrance of the Tekke, in front of its main buildings and within a cluster of plane trees, rises a stone built fountain. It belongs to the type of single sided open fountain, whose façade is formed with a recess crowned by a large pointed arch resting on two low pilasters. It bears a simple cornice made of slab-like stones. In the lower part of the arch’s tympanum opens the water outlet, with a roughly carved spout, and above it a small rectangular niche.

Access to the communal enclosure was through a tall arched entrance, protected by a three columned portico, which no longer survives except for faint traces of its foundations. The entrance was closed by a wooden doubl leaf door and was crowned by a niche with battlements and two turrets on the right and left.

Upon entering the monastery, the visitor found himself in an elongated, stone-paved courtyard, defined by a series of buildings to the east, west, and north.








Στο ανατολικό σκέλος της αυλής συναντούσε κανείς, κατά σειρά:
• το ηγουμενείο, ένα διώροφο λιθόκτιστο κτήριο, με τοξωτά θυρώματα στον ισόγειο χώρο. Στο οικοδόμημα αυτό οι δερβίσηδες, που επρόκειτο να γίνουν ηγούμενοι της Μονής, δηλαδή μπαμπάδες ή σεΐχηδες, περνούσαν την επιβεβλημένη και αναγκαία καθαρτήρια περίοδο, ώστε να καταστούν ικανοί να λάβουν το αξίωμά τους,
• τους φούρνους και τα μαγειρεία, από τα οποία μονάχα ερείπια αντικρίζουμε,
• τις αποθήκες, τους σταύλους και τους σιτοβολώνες.
Στο δυτικό σκέλος της αυλής παρατάσσονται οι ξενώνες, τα κελιά και η τράπεζα. Το δεσπόζον κτήριο του άξονα αυτού είναι το καλογερικό αναχωρητήριο, που φιλοξενούσε άλλοτε τα κελιά των δερβίσηδων και του ηγουμένου. Πρόκειται για ένα ογκώδες, διώροφο οικοδόμημα, με πολύστυλο χαγιάτι.

Along the eastern side of the courtyard one encountered, in sequence:
• the abbot’s residence (hegoumenion), a two-storey stone-built building with arched doorways on the ground floor. In this building, the dervishes who were to become abbots of the monastery, namely babas or sheikhs, underwent the prescribed and necessary period of purification, in order to be deemed worthy of assuming their office,
• the ovens and kitchens, of which only ruins remain today,
• the storerooms, the stables, and the granaries.

Along the western side of the courtyard are arranged the guesthouses, the cells, and the refectory. The dominant building along this axis is the monastic retreat, which once housed the cells of the dervishes and the abbot. It is a massive, two-storey structure with a multi columned chayati (covered veranda).








Στο βάθος του αύλειου χώρου προς Β ορθώνεται το μειντάν, το οικοδόμημα, δηλαδή, εκείνο στο εσωτερικό του οποίου φιλοξενούνταν οι τελετές που διοργανώνονταν στη μονή. Πρόκειται για ένα επίμηκες διώροφο, εξολοκλήρου λιθόδμητο οικοδόμημα, κοσμημένο με μεγάλα ανακουφιστικά τόξα στην κύρια όψη του.
Όλα αυτά τα οικοδομήματα του βορείου κοινοβιακού περιβόλου έχουν υποστεί πλήθος αυθαίρετων νεότερων επεμβάσεων, εξ όσων γνωρίζουμε από σύγχρονους Μπεκτασήδες, που καταφθάνουν εδώ και θεωρούν, καταχρηστικά, υποχρέωσή τους να επεμβαίνουν στον ερειπιώνα κατά το δοκούν.
Εντός του νοτίου ταφικού περιβόλου εκτείνεται το κοιμητήριο της Μονής. Εκεί δεσπόζουν δύο τουρμπέδες (μαυσωλεία), που περιβάλλονται από τριάντα τρεις τάφους. Ο δυτικότερος και παλαιότερος τουρμπές είναι ένα λιτό, μονόχωρο οικοδόμημα, μεγίστων διαστάσεων 6×7×7,5 μέτρων. Το μέγιστο ύψος του υπολογίζεται από την κορυφή του τρούλου, ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερα ημιχώνια.

At the far end of the courtyard, to the north, rises the meydan, that is, the building within which the ceremonies organized at the monastery were held. It is an elongated, two storey structure, built entirely of stone, adorned with large relieving arches on its main façade.

All these buildings of the northern communal enclosure have undergone numerous unauthorized modern interventions, according to what we know from contemporary Bektashis who arrive here and who, abusively, consider it their obligation to interfere with the ruins as they see fit.

Within the southern funerary enclosure extends the monastery’s cemetery. There dominate two türbes (mausoleums), surrounded by thirty-three graves. The westernmost and oldest türbe is a simple, single-chamber structure, with maximum dimensions of 6 × 7 × 7.5 meters. Its maximum height is measured from the apex of the dome, which is supported on four semi squinches.








Στη νότια και στη δυτική πλευρά η τοιχοποιία διακόπτεται από τοξωτά, με ελαφρά οξυκόρυφη απόληξη, ανοίγματα. Η βόρεια, κύρια όψη του μαυσωλείου, κοσμείται με μικρή στοά, που συνίσταται από τέσσερις κίονες στεφανωμένους με τόξα, οι οποίοι διαμορφώνουν μια τριμερή διαίρεση στην πρόσοψη του κτηρίου. Η οροφή της στοάς, καθώς και ο τοίχος της εισόδου του τουρμπέ έφερε κάποτε πλουσιώτατη γραπτή διακόσμηση με φυτικά θέματα, η οποία τώρα έχει καλυφθεί από λευκό χρώμα.

On the southern and western sides, the masonry is interrupted by arched openings with a slightly pointed termination. The northern, main façade of the mausoleum is adorned with a small portico, consisting of four columns crowned with arches, which create a three-part division of the building’s front. The roof of the portico, as well as the wall of the entrance to the türbe, once bore very rich painted decoration with vegetal motifs, which has now been covered with white paint.








Κατά την κατασκευή του τουρμπέ χρησιμοποιήθηκε και αρχιτεκτονικό υλικό της βυζαντινής περιόδου σε β' χρήση (κίονες και κιονόκρανο).
Η θύρα της εισόδου επιστέφεται από απλής μορφής κόγχη με σταλακτίτες.
Ανάλογης μορφής και διαστάσεων είναι και ο ανατολικός τουρμπές, ο οποίος στεγάζει τρεις τάφους επίσης. Ο αρχαιότερος τάφος των δυο μαυσωλείων έχει χρονολογηθεί στο 17ο αιώνα ενώ ο νεότερος το 1869 (έτος Εγίρας 1286).

During the construction of the türbe, architectural material from the Byzantine period was also used in secondary reuse (spolia), including columns and capitals. The entrance doorway is crowned by a simple niche with stalactites (muqarnas).
Similar in form and dimensions is the eastern türbe, which also houses three graves. The oldest grave of the two mausoleums has been dated to the 17th century, while the newest dates to 1869 (Hijri year 1286).”
















Μια νεότερη τσιμεντένια κατασκευή αποτελεί το συνδετικό αρχιτεκτονικό στοιχείο των δύο μαυσωλείων, μέσω της οποίας τα οικοδομήματα επικοινωνούν, ενώ φιλοξενεί κι αυτή δύο επιπλέον τάφους.

A more recent concrete structure serves as the connecting architectural element between the two mausoleums, through which the buildings communicate, and it also houses two additional graves.














Όλοι αυτοί οι τάφοι των στεγασμένων χώρων ανήκουν στους ηγουμένους (σεΐχηδες) της μονής.
Τα υπόλοιπα ταφικά μνημεία, που περιβάλλουν τα μαυσωλεία, ανήκουν σε δερβίσηδες, που μόνασαν στο χώρο και σώζουν αρκετές επιτύμβιες ενεπίγραφες ( με αναγλυφική αραβική γραφή) στήλες, ενίοτε και στην κεφαλή και στα πόδια, οι οποίες εξυμνούν τις αρετές των κεκοιμημένων. Άλλοι τάφοι έχουν απλούστερη μορφή, φέρουν στήλες επί της κεφαλής, δίχως επιγραφές, έχοντας μονάχα το σχήμα του τατς, ως δήλωση ότι οι νεκροί ήταν ιερωμένοι. Μια τρίτη κατηγορία ταφικών μνημείων φέρουν στήλες με κοίλωμα εν είδει γάστρας, εντός των οποίων οι Τούρκοι προσκυνητές άφηναν ως εισφορές χάλκινα νομίσματα. Ορισμένοι εκ των τάφων ανήκαν και σε λαϊκούς πιστούς του Μπεκτασισμού, που θέλησαν να ταφούν σε ένα ιερό τόπο, δίπλα σε βαθιά πιστούς μοναχούς.

All of these graves within the roofed structures belong to the abbots (sheikhs) of the monastery.
The remaining funerary monuments, which surround the mausoleums, belong to dervishes who lived in the monastery and preserve several inscribed gravestones (with relief Arabic script), sometimes at the head and foot, which extol the virtues of the deceased. Other graves have a simpler form, bearing a column at the head without inscriptions, showing only the shape of the taç as a mark that the deceased were clerics. A third category of funerary monuments features columns with a hollow cavity shaped like a small basin, within which Turkish pilgrims left bronze coins as offerings. Some of the graves also belonged to lay followers of Bektashism, who wished to be buried in a sacred place, near deeply devoted monks.











Σήμερα, αν και είναι κηρυγμένο διατηρητέο μνημείο, η κατάσταση του ερημωμένου και ερειπωμένου μοναστηριού, όπου άπαντα τα οικοδομήματα βρίσκονται σε μικρό ή προχωρημένο βαθμό κατάρρευσης, χρήζει άμεσης και ουσιαστικής επέμβασης. Ένας χώρος ιστορικής μνήμης, διαπολιτισμικής και διαθρησκευτικής σημασίας, επιβάλλεται να διασωθεί και να αναστυλωθεί, ενώ θα ήταν ενδιαφέρον να στεγάσει ένα διεθνές κέντρο μελέτης των λαών και των θρησκειών της βαλκανικής των τελευταίων πέντε αιώνων. Προς αυτή την κατεύθυνση συγκεντρώνει τις δυνάμεις του ο Δήμος Φαρσάλων.

Today, although it is declared a protected monument, the condition of the abandoned and ruined monastery, with all its buildings in varying degrees of partial or advanced collapse, requires immediate and substantial intervention. A site of historical memory, with intercultural and interreligious significance, must be preserved and restored, and it would be interesting for it to host an international center for the study of the peoples and religions of the Balkans over the past five centuries. In this direction, the Municipality of Farsala is concentrating its efforts.







Θα ήθελα να ευχαριστήσω την προϊσταμένη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Λάρισας κ. Ρούλα Σδρόλια, τον Δήμαρχο Φαρσάλων κ. Μάκη Εσκίογλου την Αρχαιολόγο (πρώην συνεργάτη του δημάρχου Φαρσάλων) κ. Βάσω Νούλα και την συνεργάτιδα του Δημάρχου κ. Άννα Φλωρά.

I would like to thank the Head of the 7th Ephorate of Byzantine Antiquities of Larissa, Ms. Roula Sdrolia, the Mayor of Farsala, Mr. Makis Eskioglou, the archaeologist (former collaborator of the Mayor of Farsala), Ms. Vasso Noula, and the Mayor’s associate, Ms. Anna Flora.



Επιμέλεια – Φωτογραφίες : Δημήτρης Καστανάρας

Edited and photographed by: Dimitris Kastanaras

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου